Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008


ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ, ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΠΟΥ ΒΑΖΟΥΝ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΠΑΝΩ ΑΠ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ Μ.ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗ
Δίκη για το δικαίωμα στη δημόσια κριτική

(Ο Ασωπός κινδυνεύει από εξασθενές χρώμιο και από ...βαριά καμπάνα)


Την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008 δικάζεται η τ. Γενική Επιθεωρήτρια Περιβάλλοντος Μαργαρίτα Καραβασίλη, ύστερα από μήνυση που υπέβαλε ο διάδοχός της στη θέση αυτή Ι. Δερμιτζάκης, θεωρώντας ότι το περιεχόμενο συνέντευξης της μηνυομένης σε δύο εφημερίδες, το Νοέμβριο του 2007, αποτελούσε συκοφαντική δυσφήμηση του μηνυτή. Αντικείμενο της υπόθεσης που θα απασχολήσει το δικαστήριο είναι η κριτική που άσκησε η Μ. Καραβασίλη για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης της ρύπανσης του Ασωπού ποταμού και της ευρύτερης περιοχής Οινοφύτων από βιομηχανικά απόβλητα, κατά την περίοδο που μετρήσεις ανίχνευσαν στα νερά της περιοχής της εξασθενές χρώμιο, μια ιδιαιτέρως τοξική και επικίνδυνη ουσία.


Η κριτική απευθύνονταν κυρίως προς την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, που ενώ αρχικά ασχολήθηκε – κατά προτεραιότητα – με ελέγχους δραστηριοτήτων της περιοχής, σταδιακά τους εγκατέλειψε με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να παρέμβει έγκαιρα και αποτελεσματικά σε ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα, καταλογίζοντας ευθύνη στον μηνυτή, με βασική αφετηρία τη διατύπωση προτάσεων για την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής ζημιάς.

Δυστυχώς, η δημόσια και τεκμηριωμένη κριτική προς μια δημόσια αρχή, που αποτελεί δικαίωμα κάθε πολίτη, πολύ δε περισσότερο ενός επιστήμονα που έχει θητεύσει στη θέση τους επικεφαλής της υπηρεσία αυτής και άρα καλού γνώστη των υποθέσεων και των δυνατοτήτων που αυτή έχει ώστε να επιτελέσει σωστά και υπεύθυνα το ρόλο της, επιχειρείται να εμποδιστεί και μάλιστα με την απειλή μιας δικαστικής περιπέτειας και ενός υψηλού χρηματικού ποσού που απαιτείται.

Το αγαθό της δημόσιας κριτικής που αποτελεί δικαίωμα στις σύγχρονες κοινωνίας, είναι ταυτόχρονα και υποχρέωση του πολίτη-επιστήμονα που γνωρίζει, που μπορεί να τεκμηριώσει και να προκαλέσει ένα διάλογο για σοβαρά κοινωνικά-περιβαλλοντικά θέματα, είναι μια αυτονόητη υποχρέωση του συνειδητού πολίτη. Το δικαίωμα-υποχρέωση αυτή, οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίας το κατοχυρώνουν, το περιφρουρούν αλλά και το επιβραβεύουν. Μόνο μια ευθυνο-φοβική αντίληψη μπορεί να διανοηθεί να το μετατρέψει σε «δυσφήμηση» και σε δίωξη.

Η δίκη αυτή αποκτά ένα ευρύτερο ενδιαφέρον για τα γενικότερα θέματα που αφορούν στο δικαίωμα της κριτικής, ακόμα και της σκληρής κριτικής, αλλά και στο ίδιο το επίδικο θέμα της σοβαρής ρύπανσης του Ασωπού ποταμού και των επιπτώσεων που αυτή έχει τόσο στους κατοίκους της περιοχής όσο και στο ευρύτερο περιβάλλον της Αττικής και της Βοιωτίας.

Και τίθεται εύλογα τα εξής ερωτήματα:


-Κατά πόσο ένα κρίσιμο πρόβλημα, που απαιτεί υπεύθυνη ενημέρωση, σοβαρούς, συνεχείς και αυστηρούς ελέγχους και κυρίως δραστικές παρεμβάσεις που θα έπρεπε να φτάσουν έως το σταμάτημα δραστηριοτήτων, το κλείσιμο ρυπογόνων μονάδων κλπ., πρέπει να αντιμετωπίζεται με την πλήρη μυστικοπάθεια που διέκρινε τους αρμόδιους έως ότου ανιχνεύθηκε το εξασθενές χρώμιο και σύσσωμος ο τύπος άρχισε να ασχολείται, με άμεσες βολές κατά του ΥΠΕΧΩΔΕ και το θέμα έγινε επίκαιρο;


-Μήπως η εν κρυπτώ διαχείριση του θέματος θέτει σε μεγαλύτερο ακόμη κίνδυνο τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον;

Τα θέματα αυτά, φυσικά, δεν αφορούν μόνον τους δύο πόλους της δίκης αλλά έχουν πολύ ευρύτερες προεκτάσεις.

-Η δημόσια κριτική θα διώκεται ή θα συμβάλει στην ανίχνευση της ουσίας, έστω και αν δυσαρεστεί αυτούς που ασκούν ένα δημόσιο λειτούργημα και υπόκεινται στην κριτική της κοινωνίας;

Το ιστορικό μιας επικείμενης πολιτικής δίκης με αφορμή τον Ασωπό!

Μετά από δηλώσεις μου στον Τύπο στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» στις 13-11-07 (άρθρο δημοσιογράφου κ. Άρη Χατζηγεωργίου), καθώς και σε άρθρο της δημοσιογράφου Μαρίας Βάθη της εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ» στις 10-11-07 και απάντηση του Γενικού Επιθεωρητή Περιβάλλοντος επί αυτών, με ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΥΠΕΧΩΔΕ, που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΧΩΔΕ και διαβιβάστηκε στον Τύπο, με ιδιαίτερα προσβλητικές και χλευαστικές αναφορές στο πρόσωπό μου, μου υποβλήθηκε μήνυση «ως υπαίτια συκοφαντικής δυσφήμησης με μέσο τέλεσης τον Τύπο».

Ενημερώθηκα στις 19-12-07 και υπέβαλλα έγγραφες εξηγήσεις στο πλαίσιο της προκαταρκτικής ανάκρισης.

Το ζήτημα παραπέμφθηκε στο δικαστήριο και στις 26 Σεπτεμβρίου γίνεται η δίκη. Και εγώ βρίσκομαι στη θέση της κατηγορούμενης με μηνυτή έναν συνάδελφο, που τίμησα εμπιστεύθηκα και υποστήριξα, μετά από 29 χρόνια προσφοράς ως δημόσιος λειτουργός σε ένα σημαντικό Υπουργείο, το ΥΠΕΧΩΔΕ σε επιτελικές και καίριες θέσεις.

Οι αναφορές μου στον Τύπο εντάσσονται σε μια ευρύτατη κινητοποίηση όλων των κοινωνικών φορέων μετά την ανίχνευση εξασθενούς χρωμίου στην περιοχή Οινοφύτων-Ασωπού μέσα Αυγούστου 2007 και μάλιστα σε επικίνδυνα υψηλά όρια μέσα στο νερό με το οποίο υδρεύονται οικισμοί, αρδεύονται καλλιέργειες, παρασκευάζονται ποτά και τρόφιμα τα οποία διανέμονται σε όλη την Ελλάδα.


Ξένοι εμπειρογνώμονες και ειδικοί, αρχηγοί πολιτικών κομμάτων, επισκέφθηκαν την περιοχή, έγιναν πολλές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και έχει αναληφθεί μια εκστρατεία για την εξεύρεση βιώσιμων και αποτελεσματικών λύσεων δεδομένου ότι πρόκειται για ουσία άκρως τοξική, «επίκτητη» για τον πλανήτη, φτιαγμένη από τον άνθρωπο, κατεξοχήν καρκινογόνο και άμεσα βλαπτική για την υγεία, που μπορεί να εισέλθει ακόμη και στη διατροφική αλυσίδα μέσω των γεωργικών προϊόντων, εφόσον το ζήτημα δεν αντιμετωπισθεί ολοκληρωμένα και έγκαιρα (αν και εφόσον η ζημιά είναι αναστρέψιμη).

Δέχτηκα να μιλήσω μέσω του Τύπου γιατί θεώρησα καθήκον μου να συμμετάσχω με τον τρόπο μου στον ευρύ διάλογο που εξελίσσεται από τον Αύγουστο του 2007 στην κοινωνία, με αφορμή της ανίχνευσης εξασθενούς χρωμίου στον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής Ασωπού-Οινοφύτων.

Οι δηλώσεις μου στον Τύπο (όπως και οι εν γένει επιστημονικές και άλλες ανακοινώσεις μου), εντάσσονται στο πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασης και διακίνησης απόψεων και ιδεών και θεωρώ ότι αποτέλεσαν συμβολή στον ευρύ διάλογο που εξελίσσεται μέσα από κριτική θεώρηση για υπαρκτές ελλείψεις, με σκοπό την εξεύρεση λύσεων και ενημέρωση επί του έργου και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι Μηχανισμοί ελέγχου στη χώρα μας.

Υποστήριξα και υπερασπίστηκα τη σημαντική δουλειά που γίνεται από την ΕΥΕΠ, παρά τις αντίξοες συνθήκες και αναφέρθηκα στο ήθος των επιθεωρητών και στην ανάγκη θεσμικής θωράκισης της ΕΥΕΠ, ως Ανεξάρτητης Εθνικής Αρχής Περιβαλλοντικών Επιθεωρήσεων, ώστε να διαδραματίσει με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα το σημαντικό της ρόλο για την προστασία του περιβάλλοντος.

Σημείωσα ότι το ζήτημα ρύπανσης περιοχής Οινοφύτων-Ασωπού απασχόλησε, κατά προτεραιότητα, την ΕΥΕΠ από την έναρξη της λειτουργίας της (περίοδος που ήμουν Γενική Επιθεωρήτρια, 2003-2005) διενεργήσαμε αυτοψίες, ελέγχους, επιθεωρήσεις, προωθήσαμε ενέργειες συντονισμού με συναρμόδιες Υπηρεσίες, κλπ., και ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2004 είχαν ελεγχθεί 12 περιπτώσεις έργων και δραστηριοτήτων της περιοχής, από το τέλος του 2004 και σε όλη τη διάρκεια του 2005 διενεργήθηκε μόνο 1 επιθεώρηση.

Στο πλαίσιο αυτό είναι προφανής η δυνατότητα που είχα να ενημερώσω την κοινωνία για τα ιστορικό, τα ευρήματα, αλλά και για δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων μας. Στα επίμαχα δημοσιεύματα δεν άφησα κενά ή υπονοούμενα και προσπάθησα να αιτιολογήσω κάθε διατύπωση ή χαρακτηρισμό με στοιχεία που γνώριζα βιωματικά, αλλά και που αποδεικνύονται με σειρά εγγράφων και άλλων στοιχείων, που κατέθεσα κατά την προανάκριση, με σκοπό να αποκαταστήσω την πραγματικότητα, χωρίς να θίγω προσωπικά κανένα, ούτε τον εγκαλούντα, πόσο μάλλον τους Επιθεωρητές της ΕΥΕΠ, ιδιαίτερα αγαπημένους συναδέλφους, που με στήριξαν στο έργο μου και με τους οποίους συμμερίστηκα κοινά οράματα, απόψεις, αλλά και αγωνίες.

Η κριτική που άσκησα στον εγκαλούντα οφείλεται σε πράξεις, συμπεριφορές και πρακτικές τις οποίες διαπίστωσα κατά την περίοδο της συνεργασίας μας, που έχουν σχέση αποκλειστικά με ζητήματα άσκησης διοίκησης και όχι επί προσωπικών θεμάτων.

Η πρωτόγνωρη περιβαλλοντική ζημιά μιας ολόκληρης περιοχής όπου κατοικούν χιλιάδες άνθρωποι δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει για τον οιονδήποτε γεγονός «προς εκμετάλλευση» ή αφορμή πολιτικής αντιπαράθεσης. Πόσο μάλλον για εμένα, δημόσιο λειτουργό σε διαδικασία πρόωρης συνταξιοδότησης, που δεν έχω πολιτικές ή άλλες βλέψεις, ούτε κανένα απολύτως συμφέρον από την εμπλοκή μου, αλλά υποχρέωση έναντι της κοινωνίας.

Ανέδειξα το γεγονός ότι η έλλειψη έγκαιρης και έγκυρης πληροφόρησης εκ μέρους των Επιθεωρητών και κυρίως του εγκαλούντος (που αποτελεί υποχρέωσή του σύμφωνα και με οδηγίες της ΕΕ για την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού στην περιβαλλοντική ενημέρωση, κλπ.) αλλά και της Πολιτείας κατά τα δύο τελευταία χρόνια σχετικά με τα αποτελέσματα τυχόν ελέγχων στην περιοχή Οινοφύτων-Ασωπού. και ειδικότερα όταν προέκυψε το ζήτημα της ανίχνευσης εξασθενούς χρωμίου μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να καθίστανται οι μηχανισμοί ελέγχου αναξιόπιστοι στην κοινή γνώμη. Μίλησα για «προκλητική σιγή», από πλευράς ΥΠΕΧΩΔΕ γιατί αυτό ήταν το συναίσθημα της κοινής γνώμης μπροστά σε μια γενικευμένη σιωπή τη στιγμή που κορυφωνόταν η αγωνία για το μέλλον της περιοχής Οινοφύτων, τους κινδύνους για την υγεία των κατοίκων, την περιβαλλοντική καταστροφή.

Αυτή την έλλειψη ενημέρωσης τη βίωσα και η ίδια άμεσα ως πολίτης αλλά και έμμεσα από την ενημέρωση που είχα τόσο από την Ομοσπονδία Συλλόγων Κατοίκων Ωρωπού, κατοίκων των Οινοφύτων, της Θήβας και δημοσιογράφων σχετικά με την άρνηση της ΕΥΕΠ να παρέχει πληροφορίες (από τα τέλη του 2005) παραπέμποντας τους ενδιαφερόμενους στον κ. Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ.

Όσο για την «άπλετη δημοσιότητα» που δόθηκε στο θέμα από πλευράς ΥΠΕΧΩΔΕ, που επικαλέστηκε ο μηνυτής, δεν αφορούσε παρά μόνο τις τελευταίες εβδομάδες – Σεπτέμβριος, Οκτώβριος του 2007, όταν το πρόβλημα του Ασωπού είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις.
Για πρώτη φορά εκδόθηκε σχετικό Δελτίο Τύπου από το ΥΠΕΧΩΔΕ στα τέλη Σεπτεμβρίου 2007, όταν είχε το θέμα λάβει μεγάλη δημοσιότητα και οι κοινωνικές πιέσεις ήταν έντονες. Ακολούθησε σειρά ανακοινώσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ, από τα μέσα Οκτωβρίου και τον Νοέμβριο, και μαζί άρχισαν και εντατικοί έλεγχοι. Τα πρόστιμα ακολούθησαν με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζεται εάν και που εντοπίστηκε εξασθενές χρώμιο.

Μίλησα για «επιλεκτικούς ελέγχους» για να υποδηλώσω ότι η ΕΥΕΠ δεν είχε ελέγξει σημαντικές μεγάλες μονάδες που θεωρούνται «ύποπτες» λόγω παραγωγικής δραστηριότητας και ότι υπήρχε ανάγκη εστίασης των ελέγχων σε αυτές για τις οποίες υπάρχει γνώση ότι εν δυνάμει μπορούν να «παράγουν» εξασθενές χρώμιο. Ακόμη και σήμερα που δόθηκαν επίσημα στοιχεία στη δημοσιότητα από πλευράς ΥΠΕΧΩΔΕ δεν γίνεται σαφές εάν όλες αυτές οι μονάδες ελέγχθηκαν και κυρίως για ποιες μονάδες επιβλήθηκαν πρόστιμα για παρουσία εξασθενούς χρωμίου.

Ανέφερα στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (άρθρο 13-11-07) ότι «Οι έλεγχοι στον Ασωπό είχαν ουσιαστικά ατονήσει από τις αρχές του 2005 παρά το γεγονός ότι είχα δώσει εντολή να διατηρηθεί το θέμα σε προτεραιότητα, δεδομένου ότι ο προϊστάμενος του Τομέα Νοτίου Ελλάδας ακολουθούσε δική του «πολιτική», παρακάμπτοντας τις εντολές μου και έχοντας δημιουργήσει δίαυλο επικοινωνίας με την πολιτική ηγεσία εν αγνοία μου,.....». Πως είναι δυνατό να υποστήριζα κάτι τέτοιο εάν δε βασιζόταν σε πραγματικότητα, τη στιγμή ότι θα μπορούσε εύκολα να αποδειχθεί από τα στοιχεία που τηρούνται στο Αρχείο της ΕΥΕΠ.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (Πίνακας «ΕΥΕΠ – Επιθεωρήσεις Τομέα Νοτίου Ελλάδας») το Α’ εξάμηνο του 2004 διενεργήθηκαν 10 έλεγχοι σε έργα και δραστηριότητες στην περιοχή Οινοφύτων-Ασωπού και προωθήθηκαν και διαδικασίες επιβολής προστίμων. Το επόμενο εξάμηνο διενεργήθηκε μόνο μία επιθεώρηση και το έτος 2005 καμία! Δηλαδή οι έλεγχοι όντως άρχισαν να ατονούν από τα τέλη του 2004 έως ότου σταμάτησαν το 2005 (περίοδος που ήμουν επικεφαλής της ΕΥΕΠ) και ξανάρχισαν μετά τα τέλη Σεπτεμβρίου 2007, όταν πια το ζήτημα ήταν στο επίκεντρο της επικαιρότητας.

Ο μηνυτής παρά την εντολή μου να προγραμματίζει 2-3 επιθεωρήσεις σε μονάδες της περιοχής δεν το έπραττε και ως Τομεάρχης Νοτίου Ελλάδας, αποφάσιζε ο ίδιος αυτοβούλως τις μηνιαίες επιθεωρήσεις που προγραμμάτιζε και ενημέρωνε απευθείας τον Υπουργό, μη συμμορφούμενος με το νομοθετικό πλαίσιο συγκρότησης της ΕΥΕΠ σύμφωνα με το οποίο ο προγραμματισμός αποφασίζεται και υπογράφεται από τον Γενικό Επιθεωρητή, στη βάση των εισηγήσεων των Τομέων της ΕΥΕΠ και στη συνέχεια ενημερώνεται ο Υπουργός.

Η συμπεριφορά του Γενικού Επιθεωρητή – τότε Τομεάρχη - προς το πρόσωπό μου, αλλά και προς συναδέλφους, υπαλλήλους της ΕΥΕΠ είχε αρχίσει να διαφοροποιείται από τα τέλη του 2004 και ειδικότερα έγινε περισσότερο εμφανής και προκλητική το 2005: Όχι μόνο δεν αναγνώριζε υπαρκτές αρμοδιότητες της ΕΥΕΠ του Τμήματος Γ’ περί προστασίας περιβάλλοντος (προστασία ευαίσθητων οικοσυστημάτων, δάση, ρέματα, ποταμοί, λίμνες, αιγιακός, παραλία, κλπ.) αλλά κυρίως τις αρμοδιότητες του Γενικού Επιθεωρητή, δηλαδή τις δικές μου, ενώ σήμερα τις ασκεί. Και τούτο το εξέφραζε δημοσίως, παρουσία των υπαλλήλων της ΕΥΕΠ σε ολομέλειες που διοργάνωνε η Γενική Επιθεώρηση, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να διαταράσσονται οι υπαλληλικές σχέσεις και το θετικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της ΕΥΕΠ. Με διάφορες αφορμές και αιτιάσεις ή ακόμη και χωρίς καμία δικαιολογία ο εγκαλών αρνιόταν να προωθήσει ελέγχους σε περιπτώσεις που υποδεικνυόταν από την Γενική Επιθεώρηση.

Σημειώνω ότι η μόνη επαφή που είχα με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ ήταν μέσω κοινοποίησης ή διαβίβασης έγγραφων προτάσεων ή αιτημάτων και τηλεφωνική με τον κ. Υφυπουργό ΠΕΧΩΔΕ και τον Γενικό Γραμματέα. Δεν «κατάφερα» να συναντηθώ με τον κ. Υπουργό σε όλο το διάστημα παραμονής μου στη θέση της Γενικής Επιθεωρήτριας, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις μου και την έγγραφη ενημέρωση επί εξαιρετικά σημαντικών θεμάτων.

Η κατάσταση χειροτέρεψε ιδιαίτερα μετά από την ολοκλήρωση ελέγχων σε δύο περιπτώσεις, μία για την ανέγερση συγκροτήματος παραθεριστικών κατοικιών στην περιοχή Πουνταζέζας από την κατασκευαστική εταιρεία του κ. Μ. Βωβού (εκδόθηκε οικοδομική άδεια που ανακλήθηκε μετά την έρευνα της Γενικής Επιθεώρησης της ΕΥΕΠ και της έκδοσης και δημοσιοποίησης σχετικού Πορίσματος) και η άλλη για τον έλεγχο στο συγκρότημα Grand Resort στο Λαγονήσι για την κατασκευή πισίνας στο θαλάσσιο χώρο των εγκαταστάσεων κατά παράβαση των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων και εν γένει της κείμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας, περιπτώσεις για τις οποίες διαφωνήσαμε με τον κ. Δερμιτζάκη. Τις ποικίλες πιέσεις που δέχτηκα τις γνωρίζει πολύ καλά ο κ. Δερμιτζάκης, καθώς και όλοι οι υπάλληλοι της ΕΥΕΠ, από την ίδια, γιατί τους ενημέρωνα σε τακτά χρονικά διαστήματα σε ολομέλειες, όπως τις γνώριζε και Πολιτική Ηγεσία του Υπουργείου (μέσω εμπιστευτικής επιστολής που απηύθυνα στον Υπουργό).

Όσο για προσπάθειες χρηματισμού μου δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα λόγο. Το ανακοίνωσα από την πρώτη στιγμή δημοσίως στους υπαλλήλους της ΕΥΕΠ και στον ίδιο τον κ. Δερμιτζάκη, ενώ το ανέφερα στον Υφυπουργό ΥΠΕΧΩΔΕ κ. Καλογιάννη, με τον οποίο είχα άριστη συνεργασία, καθώς και στον κ. Υπουργό με εμπιστευτική μου επιστολή, δεδομένου ότι, παρά τις συνεχείς προσπάθειές μου, δεν τον είχα συναντήσει προσωπικά, όπως έχω προαναφέρει. Απλά ήταν η πρώτη φορά που το έκανα δημόσια.

Η παύση μου και αντικατάστασή μου από τον κ. Δερμιτζάκη, στις 20-07-05, ήταν πλέον μια φυσική συνέπεια και απέδειξαν ότι η «αυτονόμησή» του είχε ισχυρή στήριξη!

Η «αντικατάστασή» μου προκάλεσε σειρά αντιδράσεων επιστημονικών και πολιτικών φορέων και Μη Κυβερνητικών Περιβαλλοντικών Οργανώσεων και πλήθος δημοσιευμάτων είδαν το φως. Σε σχετική ανακοίνωση του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, το Γραφείο Τύπου του ΥΠΕΧΩΔΕ εξέδωσε, στις 24/7/2005, ανακοίνωση-απάντηση, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της εξηγούσε τους λόγους της «αντικατάστασής μου από άλλο πιο κατάλληλο άτομο» υποστηρίζοντας ότι δεν πειθαρχούσα σε μέρος της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, ότι είχα προκλητική συμπεριφορά απέναντι στους συναδέλφους μου, ότι λειτουργούσα κομματικά –ως μέλος του ΣΥΝ– και όχι υπηρεσιακά και κυρίως ότι εξέφραζα δημοσίως πολιτικές θέσεις για το περιβάλλον, χωρίς στοιχειώδη συνεννόηση με την πολιτική ηγεσία.

Υπερασπιζόμενη τον εαυτό μου και την πορεία μου ως δημόσιος λειτουργός στο ΥΠΕΧΩΔΕ, απάντησα στο Γραφείο Τύπου του ΥΠΕΧΩΔΕ εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που συνέβαλαν στην «αντικατάστασή» μου, κοινοποιώντας την απάντησή μου αυτή σους υπαλλήλους της ΕΥΕΠ και στους συνδικαλιστικούς και επιστημονικούς φορείς, στους οποίους ήμουν και είμαι μέλος.

Οι λόγοι που επικαλέστηκε το ΥΠΕΧΩΔΕ για την «παύση» μου (που ακολούθησε την παύση όλων των Γενικών Δ/ντών, Δ/ντών και Τμηματαρχών του ΥΠΕΧΩΔΕ) αναφέρονται στην πραγματικότητα στα πολιτικά μου φρονήματα «δίκην εγκληματικής πράξης», που εκτός από παράβαση των αρχών που διέπουν την «Προστασία Προσωπικών Δεδομένων» είχαν και πλήρως αντιδημοκρατικό και αντιδεοντολογικό χαρακτήρα.

Προσπάθησα να ασκώ πάντα το καθήκον μου στο ΥΠΕΧΩΔΕ, εργαζόμενη με αυταπάρνηση, στηρίζοντας επιστημονικά τον εργασιακό μου χώρο και έχοντας πλήρη συναίσθηση του κοινωνικού ρόλου μου, ως δημόσιου λειτουργού, μη χρησιμοποιώντας, προβάλλοντας ή δημοσιοποιώντας κομματική ή άλλη ιδιότητα. Η πίστη μου στον κοινωνικό και επιστημονικό μου ρόλο υπήρξε πάντοτε η κινητήρια δύναμη στο έργο μου και ο βασικός λόγος που επέλεξα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στο δημόσιο.

Η ΕΥΕΠ κατόρθωσε σε μικρό χρονικό διάστημα και παρά τις σημαντικές καθυστερήσεις στελέχωσης και εξοπλισμού να ανταποκριθεί με αξιώσεις στο ρόλο της και να αποτελέσει έναν καθ’ όλα αξιόπιστο, σύγχρονο και φιλικό μηχανισμό περιβαλλοντικού ελέγχου, που προσπάθησε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείριση των ελεγχόμενων, την διαφάνεια και την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού στην περιβαλλοντική πληροφόρηση, βασικές αρχές της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας, ως ασφαλείς δικλείδες που κατοχυρώνουν το αδιάβλητο, ανεπηρέαστο από σκοπιμότητες, διαπλοκές και κάθε είδους «εντολές» και πιέσεις, χαρακτήρα του έργου των ελεγκτικών μηχανισμών.

Η σοβαρότητα και η αποτελεσματικότητα του έργου της ευνόησε τη διαμόρφωση κλίματος εμπιστοσύνης και την αναγκαία κοινωνική συναίνεση και αποδοχή, στοιχεία απολύτως αναγκαία, δεδομένου ότι το έργο των περιβαλλοντικών ελέγχων και επιθεωρήσεων έρχεται αντιμέτωπο με ποικίλα συμφέροντα και δυνάμεις που αντιστρατεύονται το περιβάλλον.

Παρ’ όλ’ αυτά μετά την παύση μου φάνηκε «σαθρό» το οικοδόμημα. Οι πρακτικές του νέου Γενικού Επιθεωρητή, στη βάση της κλασικής δημοσιοϋπαλληλικής πρακτικής «διαίρει και βασίλευε» απέδωσε γρήγορα καρπούς και χάθηκε το όραμα, μαζί και η σύμπνοια, η συνεργασία, η ελεύθερη έκφραση της επιστημονικής γνώμης και άλλα πολλά.

Κρίμα! Γιατί η φύση του έργου της ΕΥΕΠ δεν της επιτρέπει να λειτουργεί στο πλαίσιο παραδοσιακών διοικητικών μεθόδων, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος της πλήρους απαξίωσής της από την κοινωνία.

Μαργαρίτα Καραβασίλη